Ι.Μ. Βαρλαάμ

Καθηγούμενος Ι.Μ

Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης π. Ισίδωρος

Χειμερινό ωράριο λειτουργίας

9:00 - 16:00 κάθε μέρα πλην Πέμπτης και Παρασκευής

Καλοκαιρινό ωράριο λειτουργίας

9:00 - 17:00 κάθε μέρα πλην Παρασκευής

Επικοινωνία

Τηλέφωνο 24320-22277, Fax: 24320-75386

 

Η σημασία της μονής Βαρλαάμ στην ιστορία του μετεωρίτικου μοναχισμού, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ακμής του 16ου αι., οι λαμπρές τοιχογραφίες, τα ενδιαφέροντα μνημεία της αρχιτεκτονικής, τα χειρόγραφα, τα υπόλοιπα έργα εκκλησιαστικής τέχνης και τα άγια λείψανα, κάνουν τη μονή, όχι μόνο το δεύτερο μεγάλο μοναστήρι των Μετεώρων, αλλά παράλληλα και ένα από τα πιο αξιόλογα μοναστηριακά σύνολα του ελληνικού χώρου.

Εντός της μονής υπάρχει το παρεκκλήσι των Τριών Ιεραρχών πάνω στον πρώτο ναΐσκο που οικοδόμησε ο αναχωρητής Βαρλαάμ. Σημαντικά κτίσματα είναι η παλαιά τράπεζα η Εστία (μαγειρείο) και το γηροκομείο (νοσοκομείο). Επίσης στην ιερά μονή υπάρχει πλούσια και αξιόλογη συλλογή χειρογράφων, εικόνων και ιερών κειμηλίων.

Ο βράχος κατοικήθηκε πρώτη φορά στα μέσα περίπου του 14ου αι., από τον ασκητή Βαρλαάμ για τον οποίο υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες. Συγκεκριμένα τα μόνα που γνωρίζουμε είναι ότι ήταν σύγχρονος του Αγίου Αθανασίου του Μετεωρίτη, τον οποίο μάλιστα βοήθησε, όταν επιτέθηκαν ληστές στο κελί του και ότι έκτισε επάνω στον βράχο μία μικρή εκκλησία των Τριών Ιεραρχών και λίγα κελιά. Μετά τον θάνατό του όμως ο βράχος, που στο μεταξύ φαίνεται ότι είχε πάρει το όνομά του και λεγόταν από τότε λίθος του Βαρλαάμ, έμεινε ακατοίκητος. Έτσι η ιστορία την μονής αρχίζει ουσιαστικά από τον πρώιμο 16ο αι., όταν εγκαταστάθηκαν και οργάνωσαν το κοινόβιό τους οι αδερφοί Νεκτάριος και Θεοφάνης οι Αψαράδες ή Αψαράτες από τα Ιωάννινα.

Τα δύο αδέλφια κατάγονταν από την παλιά βυζαντινή οικογένεια των Αψαράδων που ήταν γνωστοί από τον 12ο αι. και μέλη της είχαν διακριθεί στη δημόσια ζωή της Ηπείρου. Σε νεαρή ηλικία εγκατέλειψαν τα εγκόσμια και έγιναν μοναχοί (1495). Στις 17 Μαΐου του 1544 πέθανε ο Θεοφάνης και μετά από 6 χρόνια, στις 7 Απριλίου του 1550, ο Νεκτάριος. Όσο ζούσαν όμως προμήθευσαν τη μονή με σκεύη και βιβλία και την πλούτισαν με κήπους, αμπέλια, ελαιώνες, μετόχια, μύλους και άλλα, ενώ ταυτόχρονα οργάνωσαν υποδειγματικά το κοινόβιό τους «ειλικρινές και άδολον» και με τις ιερές παραγγελίες της διαθήκης τους επιδίωξαν τη συνέχιση της δικής τους αυστηρής μοναχικής ζωής στη μονή.

Μετά το θάνατο των κτητόρων το μοναστήρι εξακολούθησε να ακμάζει, οργανώθηκε βιβλιογραφικό εργαστήριο και δέχτηκε πλούσιες δωρεές από ηγεμόνες της Βλαχίας.Εύρωστο οικονομικά και με πολλούς μοναχούς διακρίθηκε τόσο στην πνευματική προκοπή όσο και στη συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες ως τα τελευταία χρόνια.

Ολόκληρη η κορυφή του βράχου καταλαμβάνεται από κτίσματα. Μετά την είσοδο ένας καμαροσκέπαστος διάδρομος οδηγεί στην μικρή κλιμακωτή αυλή που σχηματίζει ένα θαυμάσιο μπαλκόνι με θέα προς νότο, στον κάμπο και τα γύρω γιγαντιαία βράχια. Στα ανατολικά βρίσκεται το νοσοκομείο με τον μικρό ναό των Αγίων Αναργύρων, στα βόρεια το καθολικό των Αγίων Πάντων, ο ξενώνας, κελιά, βοηθητικοί χώροι και ο πύργος για το βριζόνι και προς τα δυτικά το παλιό μαγειρείο, η τράπεζα, ο ναός των Τριών Ιεραρχών και κελιά.

Πηγές:

Ν. Νικονάνος, Μετέωρα, Τα Μοναστήρια και η Ιστορία τους, εκδ. Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, Αθήνα 2009

Σύνδεση Χρήστη